σάγαρις

-άρεως και ιων. τ. γεν. -ιος, ἡ, Α
είδος όπλου, πιθ. διπλός πέλεκυς που χρησιμοποιούσαν οι Πέρσες κατά την εποχή τών Αχαιμενιδών, οι Αμαζόνες και ορισμένοι σκυθικοί λαοί.
[ΕΤΥΜΟΛ. Δάνεια λ., άγνωστης ετυμολ. Η σύνδεση τής λ. με το λατ. sagitta «βέλος» δεν θεωρείται πιθανή].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σάγαρις — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαγάρις — σαγάρῑς , σάγαρις fem acc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαγάρει — σάγαρις fem nom/voc/acc dual (attic epic) σαγάρεϊ , σάγαρις fem dat sg (epic) σάγαρις fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαγάρεις — σάγαρις fem nom/voc pl (attic epic ionic) σάγαρις fem nom/acc pl (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαγάρεσι — σάγαρις fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαγάριος — σάγαρις fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάγαρι — σάγαρις fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάγαριν — σάγαρις fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • цагри — мн. огнестрельное оружие , азбуковн. (Мi. LР 1104). Вероятно, заимств. из вост. языков. Совершенно случайно созвучие с манси šagi̮rak топор , šagi̮ram рублю, бью , из которого Аристов (FUF Anz. 8, 96) пытался произвести даже античное σάγαρις… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Amazones — Pour les articles homonymes, voir Amazone. Amazone, fragment de mosaïque de pavement de Daphné (actuelle Turquie), 2e moitié du IVe …   Wikipédia en Français

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.